Blogger Template by Blogcrowds.

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ - ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ 1922-2011

Ιάκωβος Καμπανέλλης 1922-2011


Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ένας άνθρωπος που καθόρισε με το έργο του την πορεία του νεοελληνικού θεάτρου, άφησε την τελευταία του πνοή την Τρίτη 29 Μαρτίου σε ηλικία 89 ετών.
Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους έλληνες θεατρικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, αποτυπώνοντας μέσα από το έργο του, με τρόπο άμεσο και ανθρώπινο, την εικόνα της μεταπολεμική Ελλάδα.

Γεννήθηκε στη Νάξο το 1922, μετακόμισε στην Αθήνα το 1934, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχάουζεν από το 1943 έως το 1945. Η διετής κράτησή του στο στρατόπεδο Μάουτχάουζεν πυροδότησε την ανάγκη καταγραφής των γεγονότων που βίωσε στο ομώνυμο, μοναδικό πεζό, έργο του που εκδόθηκε το 1963.





 Απόσπασμα από το «Μάουτχάουζεν»:


Μια πολιτεία με θανατηφόρα σύνορα…
...Ξεκλειδώνουν τις συρτές πόρτες και τις ανοίγουν. Είναι μέρα ακόμα. Ο ήλιος πέφτει καταπρόσωπο και μας στραβώνει. Όμως καλύτερα έτσι. Ο σταθμός είναι μικρός, επαρχιακός, με δέντρα, μπλοκαρισμένος από Ες-Ες. Ο αξιωματικός τους παρακαλεί τους ταξιδιώτες που κατεβαίνουν να περάσουν γρήγορα. Παρακαλεί κι αυτούς που είναι να μπουν στο τραίνο να περιμένουν λίγο.
Η παραλαβή μας από τους Ες-Ες του Μαουτχάουζεν γίνεται ονομαστικά. Ταυτόχρονα μπαίνουμε στη γραμμή πέντε-πέντε. Οι ταξιδιώτες που είναι στην πλατφόρμα και στα βαγόνια δεν μας πολυπροσέχουν. Ούτε οι σιδηροδρομικοί. Ένας μάλιστα ελεγκτής έχει καθίσει στη σκάλα, ανοίγει το «τέρμος» και πίνει καφέ. Αυτά μας φαίνονται σαν «καλά σημάδια». Η ελπίδα πιάνει να ριζώνει. Τη βοηθά κι ο απογευματινός ήλιος κι ένα τεράστιο γελαστό πρόσωπο σε μια διαφήμιση μπύρας που μας κλείνει πονηρά το μάτι. Ο διπλανός μου ψιθυρίζει «φαίνεται πως θα δουλέψουμε στο χωριό». Άλλος λέει «το πολύ-πολύ στα χωράφια». Κι ύστερα άλλος «οι Γάλλοι αιχμάλωτοι που δουλεύουνε στα χωράφια περνάνε καλά. Πολλοί το σκάνε»...
... «Αλτ!…» Δεξιά κι αριστερά φυλάκια. Στη μέση μπάρα για τα τροχοφόρα. Πάνω η επιγραφή:
Ες-Ες. Στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν.
Απ’ τα πλευρά κάθε φυλάκιου φράχτης από πυκνή σειρά συρματοπλέγματα. Ψηλός ως τρία μέτρα, φεύγει και χάνεται μέσα στο δάσος και στη νύχτα που έχει πια έρθει.
Δεν έχουμε πια ψευδαισθήσεις. Στο βάθος βλέπουμε το «Μαουτχάουζεν» καθισμένο σαν κάστρο στην κορφή του λόφου. Μια μακριά σειρά ηλεκτρικοί γλόμποι δείχνουν το δρόμο. Όσο πλησιάζουμε, οι λεπτομέρειες φανερώνονται. Ψηλό πέτρινο τείχος. Συρματόπλεγμα στη ράχη με ηλεκτρικούς μονωτήρες. Ψηλοί πέτρινοι πύργοι με πολυβόλα. Το σήμα «νεκροκεφαλή» στην κορφή της στέγης. Μια καμινάδα που βγάζει φωτιά. Τιναχτή φωτιά έτσι όπως στα διυλιστήρια πετρελαίου...
...Έχουμε φτάσει στον περιφερειακό δρόμο. Δεξιά μας παράγκες με βεράντες και πρασιές. Ες-Ες στρατιώτες κάθονται στα πεζούλια.
Αριστερά ένα γήπεδο ποδοσφαίρου χαραγμένο με άσπρες γραμμές. Δίπλα μια σειρά παράγκες φραγμένες με συρματόπλεγμα. Πάλι ηλεκτρικοί μονωτήρες. Επιγραφή: Νοσοκομείον...
...Η πύλη ανοίγει. Είναι δίφυλλη. Ως τρία μέτρα το κάθε φύλλο. Από πίσω δύο πύργοι με πολυβόλα. Στο κεφάλι της πύλης μια ειδοποίηση:
«Εσείς που μπαίνετε αφήστε έξω κάθε ελπίδα»...




Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 1945, γοητευμένος από τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης,
αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο.

Από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του η «Αυλή των Θαυμάτων» (1957).

Στο Σημείωμα για την παράσταση στο Θέατρο Τέχνης (1957-58), λέει, μεταξύ άλλων:
«Η “Αυλή των Θαυμάτων” βασίζεται στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή του Έλληνα. Η αστάθεια αυτή, τόσο γνώριμη σε όλους μας, αρχίζει από το αλλοπρόσαλλο κλίμα μας, τη “στρατηγική” γεωγραφική μας θέση, τη φτώχεια του τόπου μας, και τελειώνει στην ιδιωτική μας οικονομία. Όλα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν, φεύγουν, κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει κάπου, να σιγουρέψει κάτι. Η λαϊκή τάξη εκφράζει πάντα με πιότερη γνησιότητα τα χαρακτηριστικά της ζωής, γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που τοποθέτησα το έργο στο χώρο της. Η ρευστότητα στις συνθήκες ζωής του Έλληνα, η μεσογειακή του ιδιοσυγκρασία και μια έμφυτη αντίσταση στις δυσκολίες, μια αισιοδοξία, του διαμορφώνουν ένα χαρακτήρα που δεν έχει στέρεα σύνορα, δεν μπορείς εύκολα να τον καθορίσεις. Μέσα στο ίδιο άτομο βλέπεις να γεννιούνται τα πιο αντίθετα μεταξύ τους αισθήματα, που καλύπτουν όλη την κλίμακα από το καλό ως το κακό - κι αντιστρόφως - μια διαρκής δηλαδή αποκάλυψη ψυχικού πλούτου, μια σειρά από μικρά θαύματα». 






Πράγματι, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης συνεχίζοντας μια σειρά από μικρά θαύματα ανεβάζει με τον Θίασο Καρέζη-Καζάκου το 1973 το έργο «Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Το έργο είχε μεγάλη απήχηση στο αθηναϊκό κοινό, και λόγω της μεγάλης προσέλευσης των θεατών οι παραστάσεις στο “Αθήναιον” χαρακτηρίστηκαν εκ των υστέρων ως οι ” μαζικότερες – μέχρι το Πολυτεχνείο – πολιτικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας”.







Αναμνήσεις του Ιάκωβου Καμπανέλλη από τις πρώτες παραστάσεις:

... η παράσταση μόλις που έχει τελειώσει.

Νιώθω ένα χέρι να με τραβά.
Βρίσκομαι μπροστά σ' ένα αντρόγυνο.
Με κοιτάζουν κι' οι δυο μ' ένα πολύ γεμάτο βλέμμα.
Και σε λίγο ο άντρας λέει...
"εσείς δεν μας γνωρίζετε, 
αλλά εμείς όποτε θέλουμε 
να νιώσουμε άλλοι άνθρωποι ερχόμαστε δω"...
Αυτό μαρτυρούσε πως είχαν έρθει 
στο "Μεγάλο μας Τσίρκο"
τουλάχιστον για δεύτερη φορά.
Και δεν ήταν οι μόνοι.

Χτυπά το τηλέφωνο, το σηκώνω και 
μια άγνωστη φωνή με πληροφορεί 
πως είναι ο γείτονας εκείνος του θεάτρου
που ενοχλημένος από τις βραδινές παραστάσεις 
έκαμε τόσες απειλές...
Τώρα θέλει να πει 
πως είδε το μεγάλο μας Τσίρκο,
και λυπάται πολύ για τα πριν...
"δεν ήξερα, συνεχίζει, δεν ήξερα τι σημαίνει
αυτή η παράσταση, τι σημαίνει για μένα για όλους..."

Μια ομάδα ξαναμμένοι νέοι με σταματάνε 
στην είσοδο του Θεάτρου.
Δείχνουν να 'ναι φοιτητές και φοιτήτριες,
Με κυκλώνουν μου σφίγγουν το χέρι
και λένε "ευχαριστούμε...ευχαριστούμε..."
Τίποτα άλλο.

Ένας κύριος ζυγώνει στο ταμείο του θεάτρου και λέει στην Ταμία...

"Εδώ ψηφίζουνε;" 
Η ταμίας δεν απορεί, έχει συνηθίσει πια στις τέτοιες σχέσεις 
με το κοινό μας, κι' απλώς χαμογελά...
"Δώστε μου τότε τρεις καλούς ψήφους", συμπληρώνει ο κύριος...

Τέτοιο χαρακτήρα είχε η συμμετοχή του κοινού
σ' αυτή μας τη θεατρική δουλειά.
Κι' ήταν κάτι τέλεια ξεχωριστό και καινούργιο.
Δεν ήταν η συνηθισμένη καλή ή κακή αντίδραση
του θεατή για ένα έργο τέχνης.
Ο θεατής στην παράστασή μας
λειτουργούσε σαν "πολίτης" που νοιαζόταν για τα "κοινά".

Αυτό το ίδιο είναι η πιο μεγάλη φιλοδοξία 
που μπορεί να 'χει κάθε άνθρωπος του θεάτρου.
Να δη τη δουλειά του να ξεπερνά 
τα "στενά" θεατρικά όρια
και να μετουσιώνεται σε άλλη ενέργεια.
Αυτό που νιώσαμε όλοι μας στις παραστάσεις 
του "Μεγάλου μας Τσίρκου".
Λειτουργούσαμε κι' εμείς σαν "πολίτες"
που επικοινωνούσαν μ' όλους 
τους άλλους με "κοινές" έννοιες.

 Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραψε επίσης δύο από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη -που βασίστηκε στο θεατρικό του έργο «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», και τον συγκλονιστικό «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου ενώ σκηνοθέτησε, σε δικό του σενάριο, την ταινία Το κανόνι και το αηδόνι, το 1968.

Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και έχουν ανέβει στην Αγγλία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σουηδία. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες «Ελευθερία» (1963-65), «Ανένδοτος» (1965-66) και από το 1975 στα «Νέα».

Έως και το τέλος του, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης.




video


Άσμα Ασμάτων
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης 
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη


Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.






video

Το Μεγάλο μας Τσίρκο
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος 
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης


Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί.

Νεότερη ανάρτηση Παλαιότερη Ανάρτηση Αρχική σελίδα